ζώνη


ζώνη
Λωρίδα από ύφασμα, δέρμα, μέταλλο ή άλλο εύκαμπτο υλικό, που χρησιμεύει για να συγκρατεί στη μέση τα ενδύματα. Οι ζ., οι οποίες χρονολογούνται από την εποχή του χαλκού, ήταν ασφαλώς ένα από τα πρώτα στοιχεία ενδυμασίας που επινόησαν οι άνθρωποι. Αποτελούσαν, με διάφορες διακοσμητικές παραλλαγές, τμήμα της ενδυμασίας των Αιγυπτίων, των Βαβυλωνίων, των Ετρούσκων και των Εβραίων. Το υλικό που χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή της ζ. ποίκιλλε ανάλογα με την εποχή και τη χώρα: από δέρμα στολισμένο με χαλκό, έως λινό και κεντημένο μεταξωτό. Στην κλασική Ελλάδα και στη Ρώμη, οι ζ., που ήταν στολισμένες με θυσάνους και κεντήματα, έσφιγγαν στη μέση τον χιτώνα και την τήβεννο. Στις στρατιωτικές στολές χρησιμοποιούσαν ειδικές προστατευτικές ζ., ενισχυμένες με πλάκες από μέταλλο. Κατά τον Μεσαίωνα, η ζ. ήταν συνήθως ένα απλό κορδόνι που έσφιγγε στη μέση έναν ή και περισσότερους χιτώνες. Όταν όμως άρχισαν οι άνθρωποι να χρησιμοποιούν πάλι πολυτελέστερα ενδύματα, η ζ. απέκτησε πιο διακοσμητικό ρόλο. Κατά την Αναγέννηση, οι νεαροί Φλωρεντινοί, ακολουθώντας τη μόδα του καιρού τους, στερέωναν στη μέση το στενό και κοντό ρούχο τους με ζ. από δέρμα που τις κοσμούσαν πόρπες ξένης προέλευσης, σμαλτωμένες και διάστικτες με πολύτιμους λίθους, ή κατασκευασμένες από φολίδες χρυσού ή αργύρου, για να κρεμούν όπλα, βαλάντια και άλλα αντικείμενα. Η μόδα αυτή κέρδισε πολύ γρήγορα τη συμπάθεια των γυναικών· από τις ζ. –χρυσοχοϊκά αριστουργήματα– κρεμούσαν τα πιο ποικίλα εξαρτήματα από ευγενή μέταλλα: κλειδιά, ψαλίδια, βελονοθήκες, κομπολόγια. Στα τέλη του 17ου αι., οι ζ. περιορίστηκαν για άλλη μια φορά. Αργότερα, είτε εξαιτίας της μόδας των γυναικείων φορεμάτων που ήταν κομμένα στη μέση και φαρδιά κάτω είτε μεταγενέστερα με τη γραμμή empire που πρόσταζε τη μέση πολύ ψηλά, η χρήση της ζ. καταργήθηκε και επανήλθε μόνο την εποχή του ρομαντισμού, οπότε κατασκευαζόταν από κορδέλες και στολιζόταν με πόρπες. Στα τέλη του 19ου αι. εμφανίστηκαν ζ. φτιαγμένες από το ίδιο ύφασμα με το ένδυμα σε μερικά αντρικά σακάκια, ειδικότερα στα σακάκια σπορ. Ταυτόχρονα, για τις γυναίκες που φορούσαν μακριά φουστάνια, οι ζ. έχασαν τη σημασία τους, την οποία επανέκτησαν με τη μόδα της σφηκοφωλιάς. Σήμερα, η γυναικεία μόδα χρησιμοποιεί τη ζ. περισσότερο ως διακοσμητικό στοιχείο παρά ως εξάρτημα για τη συγκράτηση των ενδυμάτων. Στην Ανατολή, οι αρχαίες ινδικές ζ. ήταν κατασκευασμένες από ύφασμα ή από μαργαριτάρια. Στους πρωτόγονους λαούς, η ζ. χρησιμεύει ουσιαστικά για να συγκρατεί το κοντό αντρικό και γυναικείο ένδυμα και κάποτε αποτελεί το μοναδικό ένδυμα. Περίεργες είναι οι στολισμένες με κουδουνάκια και φτερά ζ. που φορούν οι πολεμιστές της φυλής Νούμπα, καθώς και οι ζ. των ιθαγενών στα νησιά Καρολίνες, οι οποίες είναι κατασκευασμένες από φλούδα καρύδας και κοχύλια και είναι στολισμένες με χελωνόστρακα. αστρονομική ζ. Τμήμα της σφαιρικής επιφάνειας ενός πλανήτη ή της ουράνιας σφαίρας που περιλαμβάνεται ανάμεσα σε δύο παράλληλους κύκλους. Στον πλανήτη Δία, ζ. ονομάζονται περιοχές διαδοχικά φωτεινές και σκοτεινές, παράλληλες προς τον ισημερινό του. Στον Ήλιο υπάρχουν δύο ζ. ανάμεσα στα πλάτη 5° και 40° όπου εμφανίζονται και εξαφανίζονται οι κηλίδες του. Οι ζ. αυτές κινούνται κατά τη διάρκεια της εντεκάχρονης περιόδου του Ήλιου και από το πλάτος περίπου των 30°, στο οποίο εμφανίζονται στην αρχή της περιόδου, προχωρούν σε διαρκώς μικρότερα πλάτη, όσο ο κύκλος προχωρεί, φτάνοντας στο τέλος σε πλάτος μικρότερο των 10°. γαλαξιακή ζ. Πλατιά ταινία αμυδρού φωτός που εκτείνεται μέσα από τους αστερισμούς του Τοξότη, του Κύκνου, της Κασσιόπης, του Ηνιόχου και του Μεγάλου Κυνός και η οποία περιβάλλει ως μέγιστος κύκλος όλο τον ουρανό. Αποτελείται από μεγάλο πλήθος αμυδρών αστέρων που είναι αόρατοι χωρίς τηλεσκόπιο και το λαμπρότερο τμήμα της βρίσκεται προς την κατεύθυνση του Τοξότη, στο κέντρο του γαλαξία μας. γεωγραφική ζ. Καθεμία από τις πέντε υποδιαιρέσεις της Γης (καθορίζονται από τους πόλους, τους τροπικούς και τους πολικούς κύκλους), η οποία αντιστοιχεί σε έναν βασικό τύπο κλίματος. γεωλογικήζ.Σύνολο στρωμάτων από πετρώματα, το οποίο αποτελεί τμήμα της γεωλογικής βαθμίδας και χαρακτηριστικό του είναι ότι τα πετρώματά του περιέχουν ορισμένα απολιθώματα. Το χρονικό διάστημα της προϊστορίας της Γης κατά το οποίο σχηματίστηκε μία γεωλογική ζ. λέγεται γεωλογικός ορίζοντας. ζ. διέλευσης. Ζ. συχνοτήτων που διέρχεται από ένα ηλεκτρικό κύκλωμα (φίλτρο) ή από ένα τηλεπικοινωνιακό σύστημα (πομπός, δέκτης) χωρίς αξιόλογη μείωση του πλάτους της, σε αντίθεση με τις συχνότητες γύρω από αυτήν που μπορεί και να αποκτηθούν. ζ. ενέργειας. Η έκταση που καταλαμβάνουν οι ενεργειακές στάθμες ενός δέσμιου σωματίου, οι οποίες απέχουν ελάχιστα μεταξύ τους και σχηματίζουν μία ομάδα. Σύμφωνα με την κβαντική θεωρία, σε ένα ελεύθερο άτομο τα περιστρεφόμενα ηλεκτρόνια μπορούν να έχουν μόνο ορισμένες διακριτές ενέργειες. Το άτομο διαθέτει έναν αριθμό αντίστοιχων ενεργειακών σταθμών και τα ηλεκτρόνια καταλαμβάνουν τις κατώτερες στάθμες, έτσι ώστε να ικανοποιείται η απαγορευτική αρχή του Πάουλι. Σε ένα στερεό, όπου τα άτομα έρχονται κοντά το ένα στο άλλο, οι στενές ενεργειακές στάθμες γίνονται πλατύτερες ζ. επιτρεπόμενων ενεργειών που καθεμία αποτελείται από μεγάλο αριθμό κοντινών ενεργειακών σταθμών, ικανών να περιέχουν δύο ηλεκτρόνια. Οι ζ. επιτρεπτών ενεργειών λέγονται επιτρεπόμενες ζ. και μπορεί να είναι είτε συμπληρωμένες είτε κενές, ανάλογα με το αν αντιστοιχούν σε συμπληρωμένες ή κενές στάθμες των ελεύθερων ατόμων. Οι ενεργειακές περιοχές ανάμεσα σε αυτές τις ζ. λέγονται απαγορευμένες ζ. και η ζ. ενεργειών των ηλεκτρονίων σθένους σε ένα στερεό λέγεται ζ. σθένους. Τα εσωτερικά ηλεκτρόνια, δηλαδή αυτά που είναι κοντά στον πυρήνα, δεν επηρεάζονται ουσιαστικά όταν τα άτομα πλησιάζουν μεταξύ τους για να δημιουργήσουν έναν κρύσταλλο και παραμένουν στενά συνδεδεμένα με τον πυρήνα. Η θεωρία των ενεργειακών ζ. στηρίζεται στην κβαντομηχανική· η εξίσωση Σρέντινγκερ λύνεται για ένα ηλεκτρόνιο που κινείται σε ένα μεταβλητό ηλεκτρικό δυναμικό η περιοδικότητα του οποίου δημιουργείται από τα διαστήματα ανάμεσα στα ιόντα του κρυσταλλικού πλέγματος. Οι επιτρεπτές λύσεις δίνουν τις επιτρεπόμενες ζ. ενέργειας και οι ενέργειες για τις οποίες δεν υπάρχουν λύσεις είναι οι απαγορευμένες ζ. Μέσα στις επιτρεπόμενες ζ. ενέργειας, ο αριθμός των διακριτών ενεργειακών σταθμών που τις συνιστούν μεταβάλλεται με την ενέργεια και η καμπύλη που δίνει αυτή τη μεταβολή ονομάζεται καμπύλη πυκνότητας καταστάσεων. Αν σε ένα στερεό εφαρμοστεί ένα ηλεκτρικό πεδίο, τα ηλεκτρόνια μπορούν να επιταχυνθούν από το πεδίο και να αποκτήσουν πρόσθετη ενέργεια. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο στην περίπτωση που μπορούν να ανυψωθούν από τη δική τους ενεργειακή στάθμη μέσα στη ζ. σε μια κενή στάθμη υψηλότερης ενέργειας. Αν η ζ. σθένους είναι πλήρης και υπάρχει μια πλατιά απαγορευμένη ζ. ανάμεσα σε αυτήν και στην επόμενη ανώτερη κενή ζ., τότε το υλικό είναι μονωτής. Αν η ζ. σθένους δεν είναι εντελώς γεμάτη ή αν επικαλύπτει στην ανώτερη κενή ζ. ενέργειας, τότε υπάρχουν κενές στάθμες τις οποίες μπορούν να καταλάβουν ηλεκτρόνια και το υλικό είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού (η περίπτωση αυτή ισχύει για τα περισσότερα μέταλλα). Στους ημιαγωγούς υπάρχει ένα μικρό απαγορευμένο κενό ανάμεσα στη ζ. σθένους και την ανώτερη κενή ζ. Στη θερμοκρασία απόλυτου μηδενός όλα τα ηλεκτρόνια καταλαμβάνουν τη ζ. σθένους και το υλικό συμπεριφέρεται ως μονωτής. Καθώς αυξάνεται η θερμοκρασία του υλικού, μερικά ηλεκτρόνια αποκτούν αρκετή θερμική ενέργεια ώστε να μπορούν να διασχίσουν το απαγορευμένο κενό και να φτάσουν στη ζ. αγωγιμότητας, αφήνοντας πίσω τους τη ζ. σθένους με κενές θέσεις (η αγωγιμότητα του υλικού αυξάνεται με τη θερμοκρασία). Στη θερμοκρασία απολύτου μηδενός, όλα τα ηλεκτρόνια σε ένα στερεό καταλαμβάνουν τις χαμηλότερες ενεργειακές στάθμες, η ζ. σθένους είναι συμπληρωμένη έως μια ορισμένη ενέργεια και όλες οι ανώτερες στάθμες είναι κενές. Η στάθμη αυτή μέγιστης ενέργειας ονομάζεται στάθμη Φέρμι (EF). Σε θερμοκρασίες υψηλότερες από το απόλυτο μηδέν, μερικά ηλεκτρόνια αποκτούν θερμική ενέργεια και η κατανομή των ηλεκτρονίων στις δεδομένες ενεργειακές στάθμες μπορεί να υπολογιστεί με τη στατιστική που είναι γνωστή ως στατιστική Φέρμι-Ντιράκ. Η πιθανότητα ανεύρεσης ενός ηλεκτρονίου σε μια δεδομένη ενέργεια δίνεται από τη συνάρτηση ΦέρμιF (Ε). Η στάθμη Φέρμι ορίζεται τότε ως η ενέργεια στην οποία η πιθανότητα να βρεθεί ένα ηλεκτρόνιο είναι 1/2 και παραμένει κατά προσέγγιση σταθερά με την αύξηση της θερμοκρασίας. Στους ημιαγωγούς, τα ηλεκτρόνια είναι μοιρασμένα στη ζ. σθένους και στη ζ. αγωγιμότητας, και η στάθμη Φέρμι βρίσκεται στο απαγορευμένο κενό μεταξύ τους, ενώ σε έναν μονωτή η στάθμη Φέρμι βρίσκεται στη ζ. αγωγιμότητας. ζ. σιγής. Περιοχή στην οποία είτε δεν υπάρχει λήψη σωμάτων από πομπούς βραχέων κυμάτων (12-15 μ) είτε τα σήματα είναι πολύ πιο ασθενικά από αυτά που λαμβάνονται σε μικρότερη ή μεγαλύτερη απόσταση σε σχέση με την περιοχή. Η απόσταση έως την οποία φτάνει η ζ. σιγής (απόσταση άλματος), οπότε και εμφανίζονται τα κύματα χώρου, είναι περίπου 300 χλμ. ζ. συχνοτήτων. Μια περιοχή συχνοτήτων καθορισμένου εύρους που αποτελεί μέρος μιας συνεχούς σειράς ραδιοσυχνοτήτων. Η ζ. συχνοτήτων διατίθεται διεθνώς για ραδιοφωνικούς, τηλεοπτικούς, αεροναυτικούς και άλλους σταθμούς. Ο όρος αυτός δηλώνει και μια συνεχή διαδοχή συχνοτήτων που περιορίζεται από δύο ακραίες συχνότητες και η οποία επιλέγεται από μια πιο εκτεταμένη σειρά επειδή έχει ορισμένες ιδιότητες. Επίσης, ονομάζεται περιοχή συχνοτήτων. κρυσταλλική ζ. Το σύνολο των εδρών ενός κρυστάλλου που τέμνονται κατά παράλληλες ακμές. Κάθε ζ. καθορίζεται από τον άξονά της που είναι παράλληλος προς τις ακμές προς τις οποίες τέμνονται οι έδρες της ζ. Οι δυνατές έδρες ενός κρυστάλλου βρίσκονται πάντοτε στη συνάντηση των ζ. του. σφαιρική ζ. Μέρος της επιφάνειας μιας σφαίρας που περιλαμβάνεται ανάμεσα σε δύο παράλληλα επίπεδα που την τέμνουν. Η σφαιρική ζ. μπορεί να δημιουργηθεί όταν ένα τυχαίο τόξο ημιπεριφέρειας στραφεί με το επίπεδό του γύρω από τη διάμετρο της ημιπεριφέρειας κατά 360° και επανέλθει στην αρχική του θέση. Οι κύκλοι που ορίζονται από την τομή των παράλληλων επιπέδων με τη σφαίρα λέγονται βάσεις της ζ. και η μεταξύ τους απόσταση ύψος της ζ. Αν ένα από τα παράλληλα επίπεδα εφάπτεται στη σφαίρα, η ζ. έχει μόνο μία βάση. Εμβαδόν της σφαιρικής ζ. ονομάζεται το όριο του εμβαδού της επιφάνειας την οποία διαγράφει κανονική τεθλασμένη γραμμή εγγεγραμμένη στο τόξο που γράφει τη ζ., όταν ο αριθμός των πλευρών της διαρκώς διπλασιάζεται. Το εμβαδόν αυτό Ε βρίσκεται ότι ισούται με το γινόμενο του ύψους h της ζ. επί την περιφέρεια του μέγιστου κύκλου της σφαίρας στον οποίο ανήκει η ζ: Ε = 2πRh, όπου R η ακτίνα του μέγιστου κύκλου. Από αυτό συμπεραίνουμε ότι δύο ζ. της ίδιας σφαίρας ή ίσων σφαιρών είναι όπως τα ύψη τους και ότι δύο ισοϋψείς ζ. στην ίδια σφαίρα ή σε ίσες σφαίρες έχουν ίσα εμβαδά. Η ζώνη συχνοτήτων διατίθεται διεθνώς για ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς· στη φωτογραφία, κεραίες ραδιοφωνικών σταθμών στον Υμηττό (φωτ. ΑΠΕ). Στη σύγχρονη γυναικεία μόδα η ζώνη χρησιμοποιείται περισσότερο ως διακοσμητικό στοιχείο παρά ως εξάρτημα για τη συγκράτηση των ενδυμάτων (φωτ. «Αrt Leather-Σαχίνης»).
* * *
η (AM ζώνη)
1. ταινία από δέρμα ή ύφασμα ή πλέγμα κ.λπ., η οποία περιβάλλει τη μέση για να συγκρατεί το φόρεμα ή για να αναρτάται από αυτήν κάποιο αντικείμενο, π.χ. ξίφος, ή για να χρησιμεύει ως απλό στολίδι, αλλ. ζωστήρας
2. συνεκδ. η ίδια η μέση, η οσφυϊκή χώρα
3. γεωγρ. καθένα από τα πέντε τμήματα τής γήινης επιφάνειας που καθορίζονται από τους πόλους, τους πολικούς κύκλους και τον ισημερινό (α. «κατεψυγμένες ζώνες» — οι ζώνες που σχηματίζονται μεταξύ κάθε πόλου και τού αντίστοιχου πολικού κύκλου» β. «εύκρατες ζώνες» — οι ζώνες που σχηματίζονται μεταξύ κάθε πολικού και τού αντίστοιχου τροπικού κύκλου
γ. «διακεκαυμένη ζώνη» — η ζώνη που περιλαμβάνεται μεταξύ τών δύο τροπικών κύκλων και εκτείνεται εκατέρωθεν τού ισημερινού)
νεοελλ.
1. καθετί που μοιάζει με ζώνη, δακτύλιος (α. «ζώνη πυρός» β. «ζώνη οβίδας» γ. «οι αστυνομικοί σχημάτισαν ζώνη γύρω από το κτήριο»)
2. εκκλ. το άμφιο τών πρεσβυτέρων και τών επισκόπων που αποτελείται από χρυσοκέντητη υφασμάτινη λωρίδα, η οποία φοριέται γύρω από τη μέση μετά το στιχάρι και συμβολίζει την ετοιμότητά τους για συμμετοχή στη θεία λειτουργία
3. μαθ. μέρος τής επιφάνειας στερεού σώματος που περιλαμβάνεται μεταξύ δύο παράλληλων τομών της («σφαιρική ζώνη» — το τμήμα τής επιφάνειας μιας σφαίρας που περιέχεται μεταξύ δύο παράλληλων επιπέδων που τέμνουν τη σφαίρα)
4. σκοτεινή ταινία που παρατηρείται στην επιφάνεια ενός ουράνιου σώματος (τού Ηλίου, τού Διός, τού Κρόνου κ.λπ.)
5. μτφ. επιμήκης περιοχή τής γης που χαρακτηρίζεται από τον σχηματισμό ή την ύπαρξη σε αυτήν ορισμένων οργανικών ή ανόργανων όντων (α. «ζώνη λιμνών» β. «ζώνη δασών» γ. «ορεινή ζώνη» δ. «ζώνη τού άνθρακα» κ.λπ.)
6. ιατρ. α) δερματική νόσος που περιβάλλει ολόκληρο το σώμα σαν ζώνη, έρπητας
β) ζωνοειδής κατασκευή που χρησιμοποιείται είτε για συντηρητική αντιμετώπιση διαφόρων παθήσεων ή καταστάσεων είτε για στήριξη ή συγκράτηση διαφόρων περιοχών ή οργάνων τού σώματος (i. «ορθοπεδικές ζώνες» ii. «μετεγχειρητικές ζώνες» iii. «ζώνη λοχείας» iv. «ζώνη εγκυμοσύνης» v. «ζώνη κοιλίας»)
7. ονομασία περιοχών τής γήινης σφαίρας οι οποίες εκτείνονται κατά μήκος τών παραλλήλων (κύκλων τής γης)
8. γεωλ. τμήμα τής βαθμίδας που περιλαμβάνει τις αποθέσεις οι οποίες σχηματίστηκαν ταυτόχρονα σε μια συγκέντρωση χαρακτηριστικών απολιθωμάτων
9. στρ. περιοχή τής ξηράς, τής θάλασσας ή τού εναέριου χώρου, μέσα στα εθνικά όρια, η οποία καθορίζεται από τα μέτρα που λαμβάνονται κατά την προπαρασκευή τού κράτους για πόλεμο (α. «ζώνη μάχης» β. «ζώνη ρίψης»)
10. φρ. α) «ζώνες ουρανού» — νοητά τμήματα τής ουράνιας σφαίρας τα οποία περιλαμβάνονται μεταξύ παράλληλων κύκλων και χρησιμεύουν για τον προσδιορισμό τής θέσης τών απλανών αστέρων μέσα σε αυτά
β) «ζώνη υγειονομική» — σειρά φυλακίων που παρεμποδίζουν την επικοινωνία με κάποια χώρα για να αποφευχθεί η μετάδοση μιας επιδημίας
γ) «ζώνη επιχειρήσεων» — περιοχή όπου διεξάγονται πολεμικές επιχειρήσεις
δ) «στρατιωτική ζώνη» — έκταση που κατέχεται από στρατεύματα
ε) «μεθοριακή ζώνη» — λωρίδα εδάφους με ορισμένο πλάτος η οποία εκτείνεται κατά μήκος και εκατέρωθεν τής συνοριακής γραμμής
στ) «ουδέτερη ζώνη» — η ζώνη που καθορίζεται με κοινή συμφωνία δύο αντίπαλων στρατευμάτων και την οποία αυτά είναι υποχρεωμένα να μην παραβιάζουν
ζ) «αιγιαλίτιδα ζώνη» — θαλάσσιος χώρος που μεσολαβεί ανάμεσα στην ανοιχτή θάλασσα και στο χερσαίο τμήμα τής επικράτειας μαζί με τον αντίστοιχο εναέριο χώρο, τον θαλάσσιο βυθό και το θαλάσσιο υπέδαφος
η) «ζώνη παλτού» — λωρίδα που είτε είναι ραμμένη στο πίσω μέρος τού επενδύτη, χωρίς να περιβάλλει ολόκληρη τη μέση, είτε είναι ξεχωριστή, περιβάλλει τη μέση και οι άκρες της προσδένονται ή ενώνονται με πόρπη στο εμπρόσθιο μέρος τού επενδύτη
θ) «ζώνη σωτηρίας» ή «σωσίβια ζώνη» — σωσίβιο
ι) διεθν. δίκ. «ελεύθερη ζώνη» — ο ελεύθερος τελωνειακός χώρος σε μεγάλα λιμάνια, αεροδρόμια ή σιδηροδρομικούς κόμβους, όπου η διακίνηση ξένων εμπορευμάτων δεν υπόκειται σε δασμούς και τελωνειακές διατυπώσεις
ια) βοτ. «ζώνη αποκοπής» — εξειδικευμένη ζώνη λεπτότατων κυττάρων η οποία εκτείνεται εγκάρσια στη βάση τού μίσχου ενός φύλλου ή ενός καρπού
ιβ) «ζώνη ελεύθερων συναλλαγών» — η περιοχή μέσα στην οποία είναι ελεύθερη η διακίνηση εμπορευμάτων, χωρίς δασμούς ή άλλα ισοδύναμου αποτελέσματος εμπόδια
ιγ) «ζώνη τελωνειακή» — η περιοχή δικαιοδοσίας τών τελωνείων μιας χώρας, η οποία περιλαμβάνει όλη την εδαφική της έκταση μέσα στα σύνορά της με τις άλλες χώρες, καθώς και ορισμένη θαλάσσια έκταση που απλώνεται από τις ακτές μέχρι την ανοιχτή θάλασσα
ιδ) βοτ.-οικολ. «ζώνες βλάστησης» — ζώνες τής γήινης σφαίρας παράλληλες προς τον ισημερινό που δείχνουν τη μεταβολή τής βλάστησης σε συνάρτηση με το γεωγραφικό πλάτος και αντιστοιχούν στις κλιματικές ζώνες
ιε) «ζώνες βροχής» — τύπος βροχοπτώσεων ή άλλων κατακρημνισμάτων που επαναλαμβάνεται κανονικά κάθε χρόνο ή σε ορισμένη εποχή σε κάποια συγκεκριμένη περιοχή ή τοποθεσία
ιστ) «ζώνη ασφαλείας»
i. ιμάντας που συγκρατεί το σώμα τού επιβάτη σε ένα κινούμενο όχημα και εμποδίζει την εκτόξευσή του έξω από το όχημα ή την πρόσκρουσή του στο εσωτερικό τού οχήματος σε αιφνίδια επιβράδυνση ή ακινητοποίηση
ii) στρ. περιορισμένη περιοχή όπου προστατεύονται οι φίλιες δυνάμεις που δεν έχουν εμπλακεί ακόμη σε πολεμικές επιχειρήσεις
νεοελλ.-μσν.
φρ. «ζώνη αγνείας ή αγνότητας» — κατά τον δυτικό μεσαίωνα σιδερένιο πλέγμα που περιέβαλλε τη λεκάνη τής γυναίκας, για να διαφυλάσσει την τιμή της, όταν ο σύζυγος έλειπε σε μακρινές εκστρατείες
μσν.
μια από τις περιοχές τού ουρανού, όπως τόν διαιρούσαν με παράλληλους κύκλους οι αποκρυφιστές
αρχ.
1. ταινία, ζωστήρας που φορούσαν οι γυναίκες γύρω από τη μέση και πάνω από τον οποίο έπεφτε το πέπλο σχηματίζοντας πτυχές
2. τα έξοδα τού στολισμού ή τής ικανοποίησης άλλων μικρότερων αναγκών τών Περσίδων βασιλισσών, στις οποίες χαρίζονταν τα κρατικά έσοδα από πόλεις γι' αυτόν τον σκοπό
3. συνεκδ. η χώρα ή η πόλη τής οποίας τα έσοδα χαρίζονταν στις Περσίδες βασίλισσες
4. εκστρατεία («οἱ ἐν ζώνη» — αυτοί που βρίσκονται σε εκστρατεία, οι στρατιωτικοί)
5. μτφ. δύναμη
6. μία από τις πλανητικές σφαίρες
7. αστρολ. ζώδιο
8. αρχιτ. διάζωμα
9. στον πληθ. αί ζώναι
α) οι ραβδώσεις τού ψαριού
β) τάξη θείων όντων που προΐστανται τών ζωνών τού κόσμου ή είναι ζωσμένα με τις ζώνες αυτές
10. συνεκδ. γάμος, γενετήσια επαφή
11. φρ. α) (για άνδρα) «λύω τήν παρθενίην ζώνην» ή «λύω τὴν ζώνην» — έρχομαι σε σαρκική επαφή
β) (για γυναίκα) «λύομαι ζώνην» — συνευρίσκομαι με άνδρα
γ) (για γυναίκα που πρόκειται να γεννήσει) «λύω τὴν ζώνην» ή «ἀπολύομαι τὴν ζώνην» ή «κατατίθεμαι τὴν ζώνην» — λύνω τη ζώνη για τον τοκετό
δ) (για άνδρα που βρίσκεται σε πορεία) «λύω ζώνην» — χαλαρώνω τη ζώνη, δηλαδή σταματώ για ανάπαυση, καταλύω
ε) (για έγκυο γυναίκα) i) «ἐξ οὗ τέκνων ἤνεγχ' ὑπὸ ζώνην βάρος» — αφότου έμεινε έγκυος
ii) «ὑπὸ ζώνη τίθεμαι» — μένω έγκυος, συλλαμβάνω
iii) «ἐντὸς ζώνης» — μέσα στην κοιλιά
στ) αστρον. «ἡ ζώνη τοῡ Ὠρίωνος» — οι τρεις αστέρες που αποτελούν τη ζώνη τού Ωρίωνα
ζ) «τὴν ζώνην ἔχω» — εκστρατεύω
η) «παραλύω τῆς ζώνης» — μού επιβάλλεται στρατιωτική ποινή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < IE *ios-nā και συνδέεται με αρχ. ινδ. rāsnā «ζώνη».
ΠΑΡ. ζωνάρι (AM -ριον)
αρχ.
ζωναίος, ζώνιον, ζωνίτις
αρχ.-μσν.
ζωναίος
νεοελλ.
ζωνικός.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) ζωνιοπλόκος, ζωνοειδής, ζωνοφόρος
αρχ.
ζωνοδρακοντίς
νεοελλ.
ζωνοσκώληξ, ζωνουρίδαι. (Β' συνθετικό) άζωνος, εύζωνος
αρχ.
ακροζώνη, αλίζωνος, βαθύζωνος, διαζώνη, διχόζωνος, επτάζωνος, ημίζωνος, θωρακοζώνη, ιόζωνος, καλλίζωνος, καρτάζωνος, λαμπρόζωνος, λιπαρόζωνος, λυσίζωνος, μεγαλόζωνος, μελάνζωνος, μονόζωνος, οιόζωνος, ομόζωνος, παραζώνη, πεντάζωνος, πορφυρόζωνος, πυριδρακοντόζωνος, σπειροδρακοντόζωνος, υποζώνη, υψίζωνος, χρυσόζωνος
νεοελλ.
ασημοζώνη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ζώνη — η пояс – 1) принадлежность священнического и архиерейского облачения. Препоясуются им поверх подризника и епитрахили для более удобного и свободного действования при богослужении. Препоясание означает готовность и силу к совершению служения; 2)… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ζώνη — belt fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζώνῃ — ζώνη belt fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζώνη — η 1. ταινία από δέρμα ή ύφασμα: Έσφιξε τη μέση της με τη ζώνη. 2. περιοχή: Η επιφάνεια της Γης χωρίζεται σε πέντε ζώνες. 3. ό,τι μοιάζει με ζώνη: Οι αστυνομικοί σχημάτισαν ζώνη γύρω από το φέρετρο. 4. «ζώνη αγνείας», σιδερένιο πλέγμα που το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζώνη — [зони] ουσ. Θ. пояс …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ζώνη Αγία — κ. Τίμια Ζώνη η Честной Пояс Богородицы. Находится на Афоне в монастыре Ватопед. Пресвятая Богородица передала свой Честной Пояс вместе с Дарами волхвов (см. Δώρα των Μάγων) в Сионскую Церковь в Иерусалиме. В 919 году от Р.Х. Пояс был перенесен в …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ζώνη ελεύθερων συναλλαγών — Συνεργασία που πραγματοποιείται με διεθνή σύμβαση και με την οποία δύο ή περισσότερα κράτη αποφασίζουν να καταργήσουν στις μεταξύ τους εμπορικές σχέσεις τους τελωνειακούς φραγμούς και κάθε άλλη μορφή περιορισμού των ανταλλαγών, διατηρώντας όμως… …   Dictionary of Greek

  • ζώνη της Αφροδίτης — Ζωνοειδής κεραιοφόρος οργανισμός. Ανήκει στα κτενοφόρα και είναι ημιδιαφανής, επιμήκης και πλατύς όπως ακριβώς και μια ζώνη. Έχει ύψος έως 1,5 εκ. και μήκος έως 1,5 μ. Ζει στη Μεσόγειο και στον τροπικό Ατλαντικό ωκεανό …   Dictionary of Greek

  • Ζώνη, αγία — Σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, ο αυτοκράτορας Αρκάδιος μετέφερε, το 395, τη ζώνη της Θεοτόκου από τα Ιεροσόλυμα στην Κωνσταντινούπολη. Αρχικά, φυλασσόταν στον ναό των Χαλκοπρατείων της Κωνσταντινούπολης. Αργότερα, τεμαχίστηκε και τα τεμάχιά… …   Dictionary of Greek

  • νομισματική ζώνη — Σύνολο των χωρών και περιοχών, στο χώρο των οποίων χρησιμοποιείται ελεύθερα για τις διεθνείς πληρωμές το ίδιο νόμισμα. Σήμερα σημαντικότερη ν. είναι η ζώνη του ευρώ (βλ. λήμμα ευρώ), όπου 12 από τις 15 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μοιράζονται το… …   Dictionary of Greek